Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Καλή χρονιά!

Το blog αυτό παραμένει σιωπηλό εδώ και αρκετό καιρό καθώς προσπαθώ να ισορροπήσω τη νέα μου καθημερινότητα με τις παλιές μου δυσκολίες! Μια νέα καθημερινότητα, ωστόσο, που είναι όμορφη, έχει ποικιλία, έχει καλούς φίλους και καλές φίλες (παλιούς/ές και νέους/ες), έχει νέα παιδιά ελπιδοφόρα και ταλαντούχα. (Τις παλιές μου δυσκολίες... ας μην τις απαριθμήσω καλύτερα. Άλλωστε από δυσκολίες θα είστε χορτάτες/οι κι εσείς...)

Αυτή η νέα καθημερινότητα πάντως ορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ξελογιάστρα πόλη που λέγεται Αθήνα. Και αυτή τη μέρα δεν θα μπορούσα να μην την τιμήσω με αυτό το πολυαγαπημένο (και πολυ...ποσταρισμένο εδώ, αλλά και αλλού) βίντεο που παρουσιάζει την εορταστική της όψη στα χρόνια του '50. Ναι, είναι φυσικά η αγαπημένη μου σκηνή από τις Πρωτεουσιάνικες περιπέτειες του Γιάννη Πετροπουλάκη στην οποία ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει το κέντρο της πόλης με στιγμιότυτα χαρακτηριστικά των ημερών αυτών, ενώ η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Στέφανος Στρατηγός αφήνουν δώρα σε έναν τροχονόμο της Πλατείας Συντάγματος.

Την πλήρη ιστορία αυτής της σκηνής την έχω γράψει και ξαναγράψει και μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Εδώ θα σας θυμίσω απλώς ότι πρόκειται για πλάνα που κινηματογραφήθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου του 1955.

Θα ήθελα επίσης να σας θυμίσω μια από τις τελευταίες τηλεοπτικές εμφανίσεις της Ρένας Βλαχοπούλου στην οποία τραγουδά τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και το "Πάει ο παλιός ο χρόνος" περιτριγυρισμένη από νέες/ους ηθοποιούς και τραγουδιστές/τριες. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από την εκπομπή Μεταξύ μας που προβλήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1996. Λατρεύω το κωμικό ύφος της Ρένας όταν στραβοκοιτάει την Έλντα Πανοπούλου στο άκουσμα του στίχου "Γέρε χρόνε, φύγε τώρα..."

Τέλος, θα ακούσουμε την ίδια τη Μούσα αυτού του blog να δίνει τις ευχές της από μια παλιά ραδιοφωνική εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη και στη συνέχεια να τραγουδά το--ιδιαίτερα επίκαιρο αυτές τις μέρες--"Φεύγουν τα χρόνια" του Μίμη Πλέσσα από το Ραντεβού στον αέρα του Γιάννη Δαλιανίδη. Οι λεζάντες που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είχαν γραφτεί πριν η κρίση μάς δείξει τα δόντια της και εκπλήσσουν ακόμα και μένα με την αισιοδοξία τους. Όταν το ξανασκέφτομαι όμως, νομίζω ότι έχουν ακόμα μεγαλύτερη αξία τώρα και θα πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ για να εφαρμόσω όσα υποδεικνύουν!


Σας εύχομαι από καρδιάς καλή χρονιά, γεμάτη από υγεία και αγάπη!

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Ο Κύριος Γιάννης Βογιατζής

Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι μια παράσταση που δίνεται απόψε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου από το Εθνικό Θέατρο: η Γκόλφω του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, μετά από την επιτυχημένη πορεία της στη σκηνή του Ρεξ την περσινή άνοιξη και πριν τη φθινοπωρινή της επανάληψη, κάνει μια στάση στο θέατρο του Πολύκλειτου, γιατί έτσι της πρέπει: ο σκηνοθέτης της Νίκος Καραθάνος "ανακάλυψε μέσα στο απλοϊκό αυτό έργο μια ποίηση, και μια ανθρωπιά, και μια τρυφερότητα, και μια συγκίνηση την οποία με τον τρόπο που διάλεξε, απλόχερα μας τη μεταδίδει" γράφει ο Γιώργος Σαρηγιάννης στη προχθεσινή του ανάρτηση με την οποία ταυτίζομαι απόλυτα...

Στην παράσταση αυτή ο Καραθάνος είχε την ιδέα να μοιράσει τους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου σε τρία ζευγάρια ηθοποιών διαφορετικής γενιάς: έτσι την Γκόλφω και τον Τάσο σε νεαρή ηλικία ερμηνεύουν η Εύη Σαουλίδου και ο Χάρης Φραγκούλης, σε μεγαλύτερη ηλικία η Λυδία Φωτοπούλου και ο ίδιος ο Νίκος Καραθάνος, και σε ώριμη ηλικία η Αλίκη Αλεξανδράκη και ο Κύριος Γιάννης Βογιατζής.
Προκόπης και Πολυξένη στο Ένα κορίτσι για δύο

Ο Γιάννης Βογιατζής, ο γλυκύτατος κωμικός ηθοποιός που θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά ως ο επίδοξος γαμπρός της Ρένας Βλαχοπούλου, κάνει τα τελευταία χρόνια μια νέα καριέρα: έχοντας αφήσει πίσω του μια επιτυχημένη πορεία στην κωμωδία και την επιθεώρηση, δοκιμάζεται σε ένα διαφορετικό θέατρο ρεπερτορίου: δεν συμμετέχει απλώς σε έργα κλασικών συγγραφέων ή αρχαίων τραγικών αλλά αφήνεται σε χέρια σκηνοθετών όπως ο Μιχάλης Μαρμαρινός και ο Γιάννης Χουβαρδάς που τον οδηγούν σε ερμηνευτικούς δρόμους που πιθανώς είκοσι χρόνια πριν δεν ονειρευόταν ούτε ο ίδιος ότι θα τους διαβεί.

Όχι ότι το κλασικό ρεπερτόριο είναι κάτι άγνωστο για τον Γιάννη Βογιατζή. Αμέσως μετά τις σπουδές του στις Δραματικές Σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Κωστή Μιχαηλίδη, έπαιξε Σαίξπηρ με τον θίασο του Διονύση Παγουλάτου (Ο Έμπορος της Βενετίας) και Ίψεν (Αγριόπαπια) με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Γνώρισε ωστόσο επιτυχία μεγάλη με χαρακτηριστικούς ρόλους σε έργα του πιο "ελαφρού" θεάτρου και ήταν φυσικό να στραφεί προς τα κει, εκμεταλλευόμενος αργότερα και την αναγνωρισιμότητα που του έδωσε ο λαϊκός κινηματογράφος. 

Παιδικά χρόνια
Πριν φτάσουμε όμως εκεί, αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε το 1927 στο Αιτωλικό, αλλά την παιδική και εφηβική του ηλικία την πέρασε σε διάφορες πόλεις επειδή ο πατέρας του ήταν δικαστικός και η οικογένειά του τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του. Έτσι, ο Γιάννης Βογιατζής έζησε ως παιδί στο Αλιβέρι της Εύβοιας, στα Λεχώνια της Μαγνησίας και στο Πλωμάρι της Λέσβου. Στο Αλιβέρι είδε για πρώτη φορά θέατρο από τον θίασο Παλαιολόγου, ενώ ο δάσκαλός του τού έδωσε τον πρώτο του ρόλο: τραγουδούσε "Μηχανικός θέλω να γίνω/αυτό πολύ με συγκινεί./Μα αν πάλι σέκος απομείνω/αν με πλακώσει η μηχανή;"... Έφηβος βρέθηκε το 1941 στην Κέρκυρα--δηλαδή λίγο καιρό αφότου έφυγε από εκεί η μετέπειτα παρτενέρ του Ρένα Βλαχοπούλου--όπου πέρασε τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Σε συνέντευξή του στην Κατερίνα Κομητα που δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το 2010 ανέφερε δυο περιστατικά που έμειναν στη μνήμη του από εκείνη την περίοδο. Το πρώτο ήταν μια αντιστασιακή εκδήλωση μαθητών γυμνασίου της Κέρκυρα που τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο και φώναζαν "Κάτω οι Ιταλοί" ώσπου τους διέλυσαν οι Ιταλοί κλωτσώντας τους (ο Βογιατζής σώθηκε μπαίνοντας τυχαία σε ένα σπίτι, τους ιδιοκτήτες του οποίου ευχαριστούσε συγκινημένος χρόνια αργότερα όταν επισκέφτηκε με θίασο το νησί). Το δεύτερο περιστατικό ήταν το κάψιμο του Δημοτικού Θεάτρου της Κέρκυρας στη διάρκεια ενός γερμανικού βομβαρδισμού το 1943. Ο πατέρας του Βογιατζή του έλεγε να τρέξουν στο καταφύγιο για να σωθούν, αλλά εκείνος κοιτούσε με δέος το φριχτό θέαμα της καταστροφής.

Ίσως είχε ήδη αποφασίσει ότι θα γίνει ηθοποιός, για αυτό και τον σημάδεψε η καταστροφή του θέατρου. Ο πατέρας του διαφωνούσε βέβαια με την επιλογή αυτή (για πολλά χρόνια αρνούνταν να παραδεχτεί ότι ο Γιάννης Βογιατζής ήταν γιος του όταν τον ρωτούσαν--αρνούνταν επίσης να παραδεχτεί ότι ήταν συγγενής του και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής) αλλά η μητέρα του ήταν σύμμαχός του. Ο Βογιατζής είχε είδωλο τον Δημήτρη Χορν. Θυμάται ότι μια μέρα πήγε και του είπε: "αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω." Ο Χορν του απάντησε: "Κάνεις!" και ο Βογιατζής πήγε στη σχολή. Φοίτησε πάντως και στην Ανωτάτη Εμπορική.
και του ‘πα «αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω ηθοποιός». Μου απάντησε «κάνεις» και έδωσα εξετάσεις Πηγή: www.lifo.gr
 
Θέατρο και σινεμά
Αμέσως μετά τη σχολή άρχισε να συνεργάζεται με σπουδαίους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου. Μετά το Θέατρο Τέχνης και την Αγριόπαπια που σκηνοθέτησε ο Κουν, δούλεψε στον θίασο της Μιράντας Μυράτ και του Μαρίνου Ιορδάνη (Ιφιγένεια εν Αυλίδι), του Μίμη Φωτόπουλου (Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, Τοπάζ, 1956), στο Ακροπόλ όταν το θέατρο παρουσίαζε μικτό θέαμα επιθεώρησης και πρόζας (καλοκαίρι 1958, στην κωμωδία Όλα με δόσεις), στη "Δωδεκάτη Αυλαία" (Κομιστής ειδήσεων), στη "Νέα Σκηνή"  με τις/τους Σμαρούλα Γιούλη, Κάκια Αναλυτή, Κώστα Ρηγόπουλο, Κωστή Λειβαδέα (Πόσο πουλιέται το φιλί, Χορός στο στρατηγείο, Η τύχη της Μαρούλας). Θήτευσε επίσης στον θίασο του Κώστα Μουσούρη όταν εκείνος συνεργαζόταν με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (Τόπο στα νιάτα, Φτωχό μου σπουργιτάκι, Ο πρίγκηψ και η χορεύτρια) και την Τζένη Καρέζη (Φανή, Εκείνη τη νύχτα). Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη δούλεψε κι όταν εκείνη ήταν πλέον θιασάρχισσα, στο Ρεξ, τη σεζόν 1965-66, στο λιγότερο επιτυχημένο έργο Ο κόσμος της Σούζυ Βογκ και στον θρίαμβο Η κόρη μου η σοσιαλίστρια: εκεί ερμήνευε μάλιστα τον πατέρα της Αλίκης (τον ρόλο που έπαιξε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στο σινεμά) φορώντας την κατάλληλη περούκα... Φαίνεται ότι από νωρίς του έδιναν ρόλους αντρών μεγάλης ηλικίας (δείτε για παράδειγμα τη φωτογραφία από το έργο Κομιστής ειδήσεων).

Στο μεταξύ είχε αρχίσει να γίνεται πολύ γνωστός από τον κινηματογράφο. Το ντεμπούτο του στο σινεμά το πραγματοποίησε με ένα μόνο πλάνο στο Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο όπου ερμηνεύει τον γυναικολόγο που εξετάζει την Τζένη Καρέζη. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι σε γνωστές και λιγότερο γνωστές ταινίες (Ο Τζίτζικας κι ο μέρμηγκας, Ο θησαυρός του Μακαρίτη, Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός, η Λίζα και η Άλλη) μέχρι που ο Γιάννης Δαλιανίδης του χάρισε τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα "ζευγαρώνοντάς" τον με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο πρώτο του μιούζικαλ. 
"Μη μου μιλάς, είμαι υπνοβάτις..."


Βλαχοπούλου-Βογιατζής: ένα χαριτωμένο ντουέτο
Στο Μερικοί το προτιμούν κρύο λοιπόν, που προβλήθηκε τη σεζόν 1962-63, παίζει τον επί δεκαετία μνηστήρα της Ρένας, τον Θόδωρο, που δεν μπορεί να την παντρευτεί προτού παντρέψει τις αδελφές του, με αποτέλεσμα η Ρένα να καθυστερεί τον γάμο του δικού της αδελφού... Την επόμενη σεζόν (1963-64) ο Δαλιανίδης τους παρουσιάζει ξανά ως ζευγάρι στο Ένα κορίτσι για δύο: ο τολμηρός Προκόπης, ο ιδιοκτήτης του στεγνοκαθαριστήριου της γειτονιάς λέει στην Πολυξένη ότι έχει δυο πολυθρόνες και η μια είναι μαγκούφα και του λέει: "Γιατί δεν βάζεις και σε μένα πάνω έναν πισινό, Προκόπη;" Και η Πολυξένη του απαντά μοναδικά: "Και ήθελε ειδικά τον δικό μου πισινό;"
Ρένα και Θόδωρος στο Μερικοί το προτιμούν κρύο

Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία του ζεύγους Βλαχοπούλου-Βογιατζής που στο δεύτερό του μιούζικαλ Κάτι να καίει, παρόλο που, καθώς φαίνεται, δεν υπήρχε ρόλος για τον Βογιατζή, ο Δαλιανίδης τον εμφανίζει κυριολεκτικά στο τελευταίο λεπτό της ταινίας (χωρίς να μας έχει προειδοποιήσει γι' αυτό στους τίτλους): στο τέλος της παράστασης που δίνει η παρέα της ταινίας, η Σοφία (Ρ. Βλαχοπούλου) που το έχει πάρει απόφαση ότι θα μείνει μόνη της στη ζωή βλέπει έκπληκτη στην πλατεία του θεάτρου έναν θεατή που τη χειροκροτά αφηνιασμένος από ενθουσιασμό! Χαριτωμένο εύρημα...

Στα δυο επόμενα μιούζικαλ ο Βογιατζής έχει τη θέση του στο πλευρό της Ρένας. Στα Κορίτσια για φίλημα (1964-65) είναι ο ελληνοαμερικανός Τζιμ Πάπας, θαυμαστής της Ρένας που την ακολουθεί από τη Νέα Υόρκη στην Ελλάδα (κολυμπώντας... όπως τον έχει εκείνη συμβουλέψει, όταν στην αρχή της ταινίας θέλει να τον ξεφορτωθεί--στο τελευταίο πλάνο ωστόσο του χαρίζει ένα παθιάρικο ερωτικό φιλί που κάνεις τους/τις άλλους/ες να γελούν!). Στο Ραντεβού στον αέρα (1965-66) είναι ο Βαγγέλης, ο επισμηνίας που θαυμάζει τη Ρένα Βλαχοπούλου αλλά τελικά ερωτεύεται τη σωσία της, την Τζένη Σταθάτου, που στην αρχή του κρύβει την αληθινή της ταυτότητα, αλλά αναγκάζεται να ομολογήσει την αλήθεια όταν η ίδια η Βλαχοπούλου έρχεται εξοργισμένη στο σπίτι της για να της απαγορέψει να χρησιμοποιεί το όνομά της. Απογοητευμένος ο Βαγγέλης από το ψέμα της θέλει να την εγκαταλείψει, ενώ η Τζένη συντετριμμένη από την προοπτική αυτή τον εκλιπαρεί να την παντρευτεί έστω για μια μέρα για να φύγει από πάνω της η ρετσινιά της γεροντοκόρης... Μια σπάνια δραματική στιγμή της Ρένας που με τη συνεργασία του Βογιατζή γίνεται ακόμα πιο ωραία.
Ραντεβού στον αέρα: Βαγγέλης, Ρένα, Τζένη...
(την παρουσία του Βογιατζή στο πλάνο αυτό την αντιλήφθηκα μόνο
όταν είδα την ταινία σε full screen φορμάτ!)

Τέσσερις παρόμοιοι ρόλοι του Γιάννη Βογιατζή, αλλά χρωματισμένοι με διαφορετικές πινελιές του ταλέντου του, αν τους προσέξουμε καλύτερα: ο Θόδωρος είναι πιο αποφασιστικός, ο Προκόπης τολμηρός στο κόρτε του αλλά φοβισμένος μπροστά στον υποψήφιο κουνιάδο του, ο Τζιμ Πάπας φευγάτος και ο Βαγγέλης αυστηρός επισμηνίας μεν, δειλός θαυμαστής δε, όταν πρέπει να εκφράσει τον θαυμασμό του στη μεγάλη σταρ. Και όταν νιώθει προδομένος, και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει, λέει αφοπλιστικά: "Δεν ξέρω, πρέπει να ρωτήσω τη μαμά μου"...


Το "παιδί της μαμάς" ήταν άλλος ένας χαρακτηριστικός ρόλος του Βογιατζή στο σινεμά--γιος της φοβερής Σαπφώς Νοταρά στην ομότιτλη ταινία, δεν ξέρει πώς να της αποκαλύψει τον έρωτά του για την Ελένη Ερήμου. Ίσως στον ρόλο του αυτόν να οδήγησε η επιτυχία του ως Μικέ: ο Μικές ήταν μια μεγάλη του ραδιοφωνική επιτυχία που μεταφέρθηκε--με λιγότερη επιτυχία, όπως ομολογεί ο ίδιος με ειλικρίνεια--στο σινεμά: ένα χαριτωμένο κράμα αφέλειας και σοφίας. Ο ιδιόρρυθμος χαιρετισμός του μάλιστα ("Σας χαιρέτισα, δεν σας χαιρέτισα...") ήταν μια παιδική ανάμνηση του ίδιου του Βογιατζή: κάπως έτσι χαιρετούσε αγχωμένος τους φίλους του πατέρα του όταν ήταν μικρό παιδί, στο Αλιβέρι. Αν και στο σινεμά ο Βογιατζής έδειξε αρκετά στοιχεία της γκάμας του ερμηνεύοντας και τον βαρύμαγκα (στις Θαλασσιές τις χάντρες αλλά και σε πιο πρόσφατες ταινίες των eighties, όπως στο Κι αυτός το βιολί του στο πλευρό του αξέχαστου φίλου και συνεργάτη του Σωτήρη Μουστάκα) και παίζοντας και σε κάποιες δραματικές ταινίες (πχ στη Λόλα), έχει μείνει στη μνήμη του κοινού ως ο άτολμος συνήθως άντρας που ωστόσο κάνει προσπάθειες να επαναστατήσει (χαρακτηριστική η παρουσία του ως Πολυκράτη στο Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη όπoυ, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ηλίας Μαγκλίνης σε παλιότερο κείμενό του στην Καθημερινή, είναι ταυτόχρονα ο ευνουχισμένος σύζυγος της Κατερίνας Γιουλάκη αλλά και εξαίσια σαρκαστικός παρατηρητής...
Βλαχοπούλου-Βογιατζής-Κωνσταντίνου στο Σκούπα και φαράσι (1966)

Πάντως μετά το Ραντεβού στον αέρα και παρά την επιτυχία τους ως ντουέτου, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Γιάννης Βογιατζής δεν συναντήθηκαν ξανά στο σινεμά (ίσως έφταιγε και η προσωρινή αποσκίρτηση της Ρένας στον οργανισμό Καραγιάννης-Καρατζόπουλος). Συναντήθηκαν όμως αρκετά στο θέατρο. Την πρώτη του εμφάνιση ως θιασάρχη ο Βογιατζής την πραγματοποιεί στο πλευρό της (ήταν, όπως θυμάται ο ίδιος, και ο λόγος που δεν συνέχισε την πετυχημένη του εμφάνιση στην Κόρη μου τη σοσιαλίστρια). Το καλοκαίρι του 1966 στο "Μετροπόλιταν" του Τάκη Μακρίδη ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Γιάννη Βογιατζή παρουσιάζει τις επιθεωρήσεις Ο γάιδαρος του Χότζα των Κ. Νικολαΐδη-Η. Λυμπερόπουλου-Γ. Μουζάκη και Σκούπα και φαράσι των Γ. Γιαννακόπουλου-Κ. Νικολαΐδη-Γ. Μουζάκη. Στον θίασο μάλιστα συμμετέχει και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής, ο ξάδελφος του ηθοποιού, άλλος στενός συνεργάτης της Ρένας (οι τρεις τους είχαν συνυπάρξει κινηματογραφικά και στο Ραντεβού στον αέρα). Η επόμενη συνεργασία Ρένας Βλαχοπούλου και Γιάννη Βογιατζή καταγράφεται στο θέατρο Ακροπόλ, τη σεζόν 1968-69, στις επιθεωρήσεις Άλλος για κούρεμα των Ασημακόπουλου-Σπυρόπουλου-Παπαδούκα και Η Γυναίκα του '69 των Οικονομίδη-Θίσβιου-Ελευθερίου (συνθέτης και στις δυο ο Λυκούργος Μαρκέας) που παρουσιάζει ο θίασος Ρένας Βλαχοπούλου-Γιώργου Κωνσταντίνου-Μάρθας Καραγιάννη-Γιάννη Βογιατζή.
Κωνσταντίνου-Βλαχοπούλου-Βογιατζής και... ο Γάιδαρος του Χότζα

Αφού γνωρίσει επιτυχία στο πλευρό κι άλλων πρωταγωνιστών/τριών όπως η Μάρω Κοντού, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και η Άννα Φόνσου, τόσο στην κωμωδία (Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη, 1971-72, Ένας κόσμος άνω κάτω, 1975) όσο και στην επιθεώρηση (Απριλιανά μπαλέτα, 1975) ο Γιάννης Βογιατζής συναντά ξανά τη Ρένα Βλαχοπούλου τη σεζόν 1975-76 στο θέατρο Βέμπο όπου παρουσιάζεται η επιθεώρηση Τσάτσοι-Μπίτσοι-Κώτσοι (μαζί τους οι Σωτήρης Μουστάκας, Έλενα Ναθαναήλ, Μαρία Μπονέλλου). Ο Βαγγέλης Λιβαδάς εξασφαλίζει τη συνεργασία των δυο ηθοποιών για τις δυο επόμενες σεζόν: έτσι το καλοκαίρι του 1976 συναντιούνται στο Παρκ (μαζί τους πάλι ο Σωτήρης Μουστάκας και η Μαρία Μπονέλλου) με την επιθεώρηση Στη φωλιά του Κούκου...ε και τη σεζόν 1976-77 (μαζί τους ο Χρόνης Εξαρχάκος, ο Βασίλης Τσιβιλίκας, η Αννα Παϊτατζή αλλά και ο Γιάννης Πάριος) με το Ευτυχέστα κι άστα (και οι τρεις επιθεωρήσεις γράφονται από τους Κώστα Νικολαΐδη και Πυθαγόρα με μουσική του Ζακ Ιακωβίδη και σκηνοθεσία-χορογραφίες του Φώτη Μεταξόπουλου).

Η τελευταία θεατρική συνάντηση Ρένας Βλαχοπούλου και Γιάννη Βογιατζή πραγματοποιείται στο εξωτερικό: μαζί με τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, τον Φαίδωνα Γεωργίτση και τον Χάρη Ρώμα περιοδεύουν τον Οκτώβρη του 1985 σε μεγάλες πόλεις της Αμερικής παρουσιάζοντας την επιθεώρηση Ελλάς Ελλάδα των Ρώμα-Σπυρόπουλου με μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Ο Βογιατζής μιλάει πάντα με τα καλύτερα λόγια τη συνεργασία του με τη Ρένα. Τη θαύμαζε, τη σεβόταν και τη θεωρούσε ιδανική ενσάρκωση της Ελληνίδας: "Η Ρένα είναι η Ελλάδα ολόκληρη" είπε για αυτήν σε ένα αφιέρωμα που πρόβαλε ο Πρωινός Καφές του ΑΝΤ1 το 1999. Και η ίδια η Ρένα τον θυμόταν πάντα σε έναν γλυκύτατο συνεργάτη, τον παρτενέρ με τον οποίο ταυτίστηκε στη συνείδηση του μεγάλου κοινού χάρη στα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη.

Ο Γιάννης Βογιατζής συνέχισε την καριέρα του με επιθεώρηση και κωμωδία (τον θυμάμαι πάντα στην πρώτη επιθεώρηση που είδα τον Απρίλιο του 1986, το Ανδρέα προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα με τον θίασο Μουστάκα-Μπονέλλου-Βογιατζή στο θέατρο Εγνατία της Θεσσαλονίκης). Παράλληλα συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε ταινίες--ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στον ρόλο του καθηγητή σε μια σειρά από χαρακτηριστικές "σχολικές" ταινίες των eighties (Ρόδα τσάντα και κοπάνα, κτλ.)--ενώ δεν απέφυγε και τον σκόπελο των βιντεοταινιών.

Στην τηλεόραση γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στη δεκαετία του '70, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων για δύο χρόνια (1975-77) στη θρυλική Γειτονιά του Κώστα Πρετεντέρη αλλά και στο Ημερολόγιο ενός θυρωρού (1979). Στην ιδιωτική τηλεόραση εμφανίστηκε το 1991 με τους Εργένηδες (τότε που όλες σχεδόν οι σειρές εμπνευσμένες από την επιτυχία των Τριών Χαρίτων παρουσίαζαν σενάρια... συγκατοίκησης) ενώ πέρασε ακόμα και από τη Λάμψη του Νίκου Φώσκολου (με τον οποίο συνεργάστηκε και θεατρικά στην αναβίωση της Μαρκησίας του Λιμανιού με τον τίτλο Πόρνες και Πόρνες (θέατρο Παρκ, 1994). Πριν από τρία χρόνια έκανε ένα τηλεοπτικό comeback με τον ρόλο του ανατρεπτικού και αδίστακτου παππού στο σίριαλ του Mega Η οικογένεια βλάπτει μαζί με τη Χρύσα Ρώπα και τον Σάκη Μπουλά. Και εκεί απολαυστικός!


Αμόρε και Εθνικό
Στα χρόνια του '90 ο Γιάννης Βογιατζής συνέχισε τη θεατρική του πορεία συνεργαζόμενος με εμπορικούς θιάσους σε αθηναϊκά θέατρα αλλά και περιοδείες: τη σεζόν 1990-91 περιοδεύει με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Μαίρη Χρονοπούλου και τον Νίκο Ρίζο με την επιθεώρηση Ο Θεός, ο Ψηλός και το... κατσίκι, τη σεζόν 1994-95 σκηνοθετήθηκε από τον Γιώργο Κιμούλη στην κωμωδία Το νου σου στην Αμέλια με πρωταγωνιστές/τριες τους/τις Ηλία Λογοθέτη, Βάσια Παναγοπούλου, Φίλιππο Σοφιανό, Γιώργο Νινιό και Άννα Μιχαήλου και την πορεία αυτή προφανώς θα συνέχιζε αν δεν εμφανιζόταν στον δρόμο του ο Γιώργος Χουβαρδάς που τον κάλεσε να συνεργασούν στο θέατρο Αμόρε. Ο Γιάννης Βογιατζής δίστασε στην αρχή μην μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς θα έκανε: "'Δεν με γελάς εμένα', μου είπε [ο Χουβαρδάς], 'σε έχω δει'. Φαίνεται πως κάτι είχε δει πάνω μου και αποφάσισε να με σώσει" δήλωσε στην Κατ. Κομήτα. Και στον Ηλία Μαγκλίνη: "στο 'Αμόρε' γινόταν τρομακτική δουλειά. Για μένα προσωπικά, ήταν σα να φοιτούσα σε μεταπτυχιακό. Τώρα, αν το πήρα το δίπλωμα ή όχι, αυτό είναι μια άλλη κουβέντα..."

Έτσι, εμφανίζεται τη σεζόν 1996-1997 στην Τερέζα Ρακέν του Ζολά που σκηνοθετεί ο Χουβαρδάς με τις/τους Μάγια Λυμπεροπούλου, Άρη Λεμπεσόπουλο, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και Ναταλία Δραγούμη. Ακολουθεί ο Ιβάνοφ του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς τη σεζόν 1997-98 ενώ τη σεζόν 1998-99 παίζει τον βασιλιά Ντάνκαν στον Μακμπέθ του Σαίξπηρ, πλάι στους Λάζαρο Γεωργακόπουλου, Λυδία Φωτοπούλου, Αιμίλιο Χειλάκη σε σκηνοθεσία του ίδιου του Χουβαρδά.

Η συνεργασία του με το Εθνικό ξεκίνησε με προβλέψιμο ρόλο τη σεζόν 2000-2001, όταν έπαιξε τον μπαρμπά-Γιώργη στο μιούζικαλ Οι φοιτηταί που παρουσίασαν ο Κώστας Τσιάνος και ο Γιούρι Στούπελ βασισμένοι στο έργο του Ξενόπουλου. Εμφανίστηκε και την επόμενη σεζόν σε μιούζικαλ του Εθνικού, στο λιγότερο πετυχημένο Μιζερέρε των Παναγιώτη Πασχίδη-Θάνου Μικρούτσικου (πάλι σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου) ενώ το 2003 συναντήθηκε με τον Δημήτρη Μαυρίκιο στο έργο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα του Πιραντέλλο.
 

Και τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού από τον Γιάννη Χουβαρδά, οι εμφανίσεις του Γιάννη Βογιατζή στο Εθνικό Θέατρο πύκνωσαν: συνεργάστηκε ξανά με τον Δημήτρη Μαυρίκιο και τον Γιάννη Χουβαρδά (Περικλής του Σαίξπηρ και Θείος Βάνιας του Τσέχωφ όπου ερμήνευσε τη... θεία Μαρίνα) αλλά και με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό (Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και Ηρακλής μαινόμενος του Ευριπίδη), τον Νίκο Χατζόπουλο (Τρικυμία του Σαίξπηρ) και την Έφη Θεοδώρου (Ρομπέρτο Τσούκο). Μπορεί οι σκηνοθετικές απόψεις και οι ερμηνείες του να μη βρίσκουν πάντα σύμφωνους όλους τους κριτικούς, ωστόσο όλοι/ες καμαρώνουν τον ακούραστο ηθοποιό που στα 86 του χρόνια συνεχίζει να εργάζεται, να μελετά και να υπηρετεί το θέατρο με αφοσίωση νεαρού απόφοιτου δραματικής σχολής.

Έτσι φέτος την άνοιξη, καμάρωσα τον Κύριο Γιάννη Βογιατζή στην εξαιρετική Γκόλφω του Νίκου Καραθάνου (έργο στο οποίο είχε παίξει και στο ξεκίνημα της καριέρας του στον θίασο Αντιγόνης Βαλάκου-Νίκου Καζή). Τον καμάρωνα για αυτή την πλούσια διαδρομή που έχει κάνει αλλά και για την απόσταση που διένυσε από το λεγόμενο "ελαφρό" θέατρο και τον λαϊκό κινηματογράφο (και από κάποιες δουλειές που και ο ίδιος ομολογεί ότι αν είχε την οικονομική δύναμη θα τις αγόραζε και θα τις απέσυρε για πάντα...) μέχρι το ρεπερτόριο αλλά και το είδος του θεάτρου που υπηρετεί σήμερα (γιατί, κακά τα ψέματα, και την Γκόλφω δεν την είχε μάλλον σε υπόληψη ο θεατρικός μας κόσμος, τουλάχιστον μέχρι να ασχοληθούν μαζί της αρχικά ο Σίμος Κακάλας και τώρα ο Νίκος Καραθάνος). Μπορεί και ο ίδιος ο Βογιατζής να υποστηρίζει ότι δεν έχουν σημασία οι διαχωρισμοί "ελαφρό"-"σοβαρό" θέατρο ή "κωμικός" και "δραματικός" ηθοποιός να μην έχουν σημασία, ωστόσο η επιτυχής του προσπάθεια να γεφυρώσει με την παρουσία του αυτούς τους διαχωρισμούς είναι που κάνει τον ίδιο σήμερα να ξεχωρίζει και τον θεατρικό μας κόσμο να υποκλίνεται μπροστά του.

Καμάρωνα λοιπόν, και θα ήθελα να είμαι και απόψε στην Επίδαυρο για να τον ξανακαμαρώσω, αυτόν τον ηθοποιό που--επιτρέψτε μου να το βλέπω έτσι...--έφερε για μένα κάτι από την αύρα της παλιάς του συνεργάτιδας και φίλης, της Ρένας Βλαχοπούλου, μαζί με την αδιάκοπη λαχτάρα του να βρίσκεται πάνω στο σανίδι, αναζητώντας το καινούριο και μέσα από αυτό τη λύτρωση, που όπως λέει ο ίδιος, μόνο πάνω στη σκηνή αισθάνεται.
Ο Γιάννης Βογιατζής και η σύζυγός του πριν από λίγες μέρες, φτάνουν στην Επίδαυρο 
για τον Κύκλωπα του Εθνικού Θεατρου (φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.gossip-tv.gr)

Μετά και τον αποψινό της, εύχομαι, θρίαμβο στην Επίδαυρο η Γκόλφω θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη στα Δημήτρια και στη συνέχεια θα επιστρέψει για λίγο στο Εθνικό Θέατρο. Ανανεώνω και εγώ το ραντεβού μου μαζί της και με τον Κύριο Γιάννη Βογιατζή για τότε και του εύχομαι να είναι γερός και να συνεχίσει να έχει όρεξη να ψάχνει, να δημιουργεί και να τιμά με την παρουσία του το θέατρο μας.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Εννιά χρόνια χωρίς τη Ρένα Βλαχοπούλου

Εννιά χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη μέρα που πέθανε η Ρένα Βλαχοπούλου. Ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα Πέμπτης μάθαμε το δυσάρεστο νέο που περιμέναμε, βέβαια, όλοι/ες από μέρες... Σκεφτόμουν ότι το καλοκαίρι ήταν πάντα μια σημαδιακή εποχή στη ζωή της Ρένας--παρόλο που τα τελευταία χρόνια της ζωής της η ίδια δήλωνε ότι δεν το αγαπάει πολύ γιατί την ενοχλούσε αφόρητα η ζέστη: καλοκαίρι γεννήθηκε, καλοκαίρι έκανε τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα και στον χώρο του τραγουδιού και στον χώρο του θεάτρου, ενώ καλοκαίρι γυρίστηκαν οι περισσότερες ταινίες της--τουλάχιστον οι έγχρωμες. Έτσι αποφάσισα φέτος να τιμήσω τα εννιά χρόνια από τον θάνατό της με εννιά... καλοκαιρινές φωτογραφίες της που μας μεταφέρουν τη δροσιά της, την αύρα της και αυτό το καλοκαιρινό βράδυ...

Η πρώτη φωτογραφία μάς μεταφέρει στα προπολεμικά χρόνια, τότε που η μικρή Ρηνούλα τραγουδούσε στην Κέρκυρα. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ούτε αν, όταν τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία, η Ρένα είχε ήδη αρχίσει να τραγουδά επαγγελματικά στο νησί (σας θυμίζω εδώ τη σχετική αφήγηση του Νέντη Κονταρίνη), ωστόσο μπορούμε με τη βοήθειά της να μεταφερθούμε σε ένα κερκυραϊκό απομεσήμερο που το "έντυνε" μουσικά η σπάνια φωνή μιας Κερκυραίας που αρκετά χρόνια μετά θα λάτρευε όλη η Ελλάδα...

Η μικρή Ρηνούλα τραγουδά για συμπατριώτες/τισσές της στην Κέρκυρα...
Αχ και να 'χαν εφευρεθεί τα μαγνητόφωνα τότε...
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα του Μ. Δελαπόρτα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Το καλοκαίρι του 1940 η Ρένα άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά στην Αθήνα, πρώτα στο κοσμικό κέντρο Αρζεντίνα και αργότερα στο περίφημο βαριετέ του Ζαππείου Όασις. Τα επόμενα πέντε καλοκαίρια συνέχισε ανελλιπώς να ψυχαγωγεί τους Αθηναίους και τις Αθηναίες μέχρις ότου έφυγε για μεγάλη περιοδεία με τον Γιάννη Σπάρτακο στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια στην Αμερική. Από την Αμερική επέστρεψε τον Αύγουστο του 1951 και ελάχιστες μέρες μετά την άφιξή της άρχισε να τραγουδά σε ένα θρυλικό θέατρο του Μεταξουργείου, το Σαμαρτζή, όπου παιζόταν από τις αρχές του καλοκαιριού η επιθεώρηση Φεστιβάλ στην Αθήνα από ένα τεράστιο θίασο με επικεφαλής τις αδελφές Καλουτά. Οι τρεις καλλιτέχνιδες έκαναν αρκετή παρέα και συχνά πήγαιναν για φαγητό μετά την παράσταση με το ολοκαίνουριο αυτοκίνητο που είχε φέρει μαζί της η Ρένα από την Αμερική--κάποιο βράδυ μάλιστα το αυτοκίνητο χάλασε και οι αδελφές Καλουτά αναγκάστηκαν να κατεβούν και να σπρώξουν... Στη δεύτερη καλοκαιρινή φωτογραφία βλέπουμε τη Ρένα να ποζάρει με καμάρι μπροστά από το αυτοκίνητό της, έξω από το Ηρώδειο...
Η Ρένα με το καινούριο της αυτοκίνητο (1951)
(φωτογραφία από το βιβλίο Βίβα Ρένα, εκδ. Άγκυρα, 2002)

Τρία χρόνια μετά η καριέρα της Ρένας απογειώνεται όταν ο Μίμης Τραϊφόρος έχει την έμπνευση να της αναθέσει έναν κωμικό ρόλο σε ένα σκετσονούμερο με τίτλο "Άλα, πασά μου, κάνε μου τέτοια". Ο συμπρωταγωνιστής της Νίκος Σταυρίδης τα χάνει από την επιτυχία της νεοφώτιστης κωμικής ηθοποιού ("Με διέλυσε η κωλοκερκυραία" ομολογεί στον Τραϊφόρο) και οι κριτικοί μιλούν ενθουσιασμένοι για ένα σπάνιο κωμικό ταλέντο που έρχεται να συμπληρώσει τη σπάνια φωνή της Ρένας Βλαχοπούλου. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει η παρακάτω φωτογραφία από τη σημερινή ανάρτηση!
Ρένα Βλαχοπούλου-Νίκος Σταυρίδης, στο θέατρο Βέμπο,
το καλοκαίρι του 1954 στην επιθεώρηση
Σουσουράδα.

Οι δυο πρώτες ταινίες της Ρένας δεν γυρίστηκαν καλοκαίρι. Δεν είναι ασφαλώς αυτός ο λόγος που παρά τη σεβαστή οικονομική τους επιτυχία δεν ευνόησαν την κινηματογραφική της καριέρα. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1962 την κινηματογραφική καριέρα της Ρένας Βλαχοπούλου ανέλαβε ο αξέχαστος Γιάννης Δαλιανίδης και της χάρισε με αυτόν τον τρόπο την αθανασία. Το Μερικοί το προτιμούν κρύο αρχίζει να γυρίζεται τον Αύγουστο του 1962 (την εποχή που η Ρένα θριάμβευε σε άλλη μια αξέχαστη καλοκαιρινή παράσταση, την Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι) και είναι η πρώτη φορά που βλεπουμε τη Ρένα με μαγιώ στην οθόνη (υπήρχαν βέβαια ήδη αρκετές φωτογραφίες της με μαγιώ από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της). Έκτοτε τη βλέπουμε πολλές φορές με μαγιώ--και... μαυρισμένη!!--σε έγχρωμές μουσικές ταινίες μέχρι της αρχές της δεκαετίας του '70. Στην τέταρτη καλοκαρινή μας φωτογραφία τη βλέπουμε ανάμεσα στο υπόλοιπο καστ της ταινίας Κορίτσια για φίλημα στη Ρόδο (κάπου εκεί θα απειλήσει τον Κώστα Βουτσά ότι θα του βουλιάξει το κότερο...).
Ντούζος, Λάσκαρη, Βογιατζής, Βουτσάς και Τζανετάκος πλαισιώνουν τη Ρένα στη Ρόδο στα Κορίτσια για φίλημα.
(Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας).

 Η Ρένα γύρισε αρκετές ταινίες σε νησιά, πιο συχνά όμως επισκέφτηκε την Κέρκυρα (πώς αλλιώς;). Ωστόσο κάποια στιγμή βρέθηκε και στη Μύκονο, για τα γυρίσματα της Παριζιάνας. Δεν πρέπει να έμεινε πολύ στο νησί, γιατί, αντίθετα από τα νεότερα μέλη του καστ, είχε πολύ λίγοα εξωτερικά πλάνα, αλλά τη θαυμάζουμε εδώ στη βεράντα ενός ξενοδοχείου του νησιού...
Μια Παριζιάνα στη Μύκονο...

Η έκτη καλοκαιρινή φωτογραφία είναι... εσωτερικού χώρου. Σε κάποια σκηνή της ταινίας του Αλέκου Σακελλάριου Η θεία μου η χίπισσα η Ρένα γράφει στην κόρη της ένα γράμμα: της λέει ότι κάνει αφόρητη ζέστη γιατί έχει χαλάσει το κλιματιστικό του ξενοδοχείου της. Της κρύβει φυσικά την αλήθεια ότι είναι πάμπτωχη και ότι δουλεύει καθαρίστρια σε ξενοδοχείο και ότι προσπαθεί να ζεσταθεί κάνοντας αέρα με ένα κομμάτι χαρτόνι... Μου αρέσει η φωτογραφία αυτή γιατί μας αποκαλύπτει ότι η Ρένα είναι αριστερόχειρας! Μου θυμίζει ακόμα πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι η Ρένα αφού μου μεταφέρει εκείνη τη στιγμή τη ζέστη που τη βασανίζει--σε τέτοιο βαθμό που να ιδρώνω κι εγώ όταν τη βλέπω!...


Μπορεί η Ρένα να έλεγε ότι δεν αγαπά πολύ το καλοκαίρι, λάτρευε όμως το κολύμπι και το ψάρεμα. Τη θυμόμαστε επίσης στο Ζητείται επειγόντως γαμπρός να δοκιμάζει και το θαλάσσιο σκι με φριχτά αποτελέσματα... Στην έβδομη καλοκαιρινή μας φωτογραφία σε ένα διάλειμμα από το γυρίσμα της ταινίας η Ρένα έχει βγάλει το χαρακτηριστικό σκουφάκι με το οποίο εμφανίζεται σε όλη τη σχετική σκηνή και φωτογραφίζεται με ένα ψάρι που θα μπορούσε να το έχει πιάσει και η ίδια...
Διάλειμμα από το γύρισμα του Ζητείται επειγόντως γαμπρός
(Φωτογραφία από την έκδοση: Ρένα Βλαχοπούλου, μια ζωή ατάκες)

Μέχρι και το 1983 η Ρένα εμφανιζόταν στο θέατρο σχεδον κάθε καλοκαίρι. Τη χρονιά εκείνη όμως απέκτησε την περίφημη βίλλα της στη Δασιά της Κέρκυρας (βίλλα που δυστυχώς οι οικείοι της αναγκάζονται σήμερα να πουλήσουν λόγω του μεγάλου κόστους που έχει η συντήρηση της) και αποφάσισε πως είνει πλέον προτιμότερο να περνάει τα καλοκαίρια της εκεί. Όταν όμως βρισκόταν στην Αθήνα τους καλοκαιρινούς μήνες έμενε στη Βάρκιζα, ενώ συχνά πεταγόταν και στα κοντινά νησιά του αργοσαρωνικού. Εδώ τη βλέπουμε σε μια σπάνια φωτογραφία πάνω στο πλοίο που τη μεταφέρει στην Ύδρα, το 1990. Δίπλα της ο επιχειρηματίας και ραλλίστας Νίκος Αγγλούπας.
Η Ρένα Βλαχοπούλου με τον Νίκο Αγγλούπα
(Φωτογραφία από το περιοδικό Γυναίκα)


Η ένατη και τελευταία φωτογραφία κλείνει τον κύκλο που άνοιξε η πρώτη και μεταφερόμαστε και πάλι στην Κέρκυρα. Καλοκαίρι του 1994. Λίγους μήνες πριν η Ρένα έχει ολοκληρώσει τις παραστάσεις της Χαρτοπαίχτρας. Έχει αποφασίσει ότι δεν θα εμφανιστεί ξανά στο θέατρο: η απόφαση την πονάει. Το κέφι της αναλαμβάνει να της το φτιάξει ο καλός της φίλος και προσωπογράφος της Νίκος Ζαχόπουλος. Σε έναν περίπατό τους στα καντούνια της Κέρκυρας παίρνουν μια αστεία πόζα για χάρη του φακού...
Η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Νίκος Ζαχόπουλος στην Κέρκυρα. Αν δεν κάνω λάθος, η Ρένα τρώει τα αγαπημένα της ποπ κορν.
(φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Ζαχόπουλου)

Κυρία Ρένα Βλαχοπούλου, και αυτό το καλοκαιρινό βράδυ η μνήμη μου πλημμυρίζει από τη φωνή σας, τις ατάκες σας, το γέλιο σας αλλά και κάποιες λιγότερο συχνές στιγμές μελαγχολίας σας... Απόψε, όπως και κάθε βράδυ, κάθε μέρα, θα σας το ξαναπώ: σας ευχαριστώ για όλα!

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Απουσίες

Χτες το βράδυ στο διαδικτυακό ραδιόφωνο της ΕΡΤ ο Νίκος Αϊβαλής και ο Σιδερής Πρίντεζης, αγαπημένοι παραγωγοί του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ, παρουσίασαν ένα αφιέρωμα με τίτλο "Οι απούσες του Ιουλίου: Τζένη, Αλίκη και Ρένα". Μια εκπομπή γεμάτη ευαισθησία, χιούμορ, σεβασμό και όμορφες μουσικές επιλογές με τις φωνές των τριών πρωταγωνιστριών που από μια παράξενη σύμπτωση πέθαναν και οι τρεις Ιούλιο: στις 22 Ιουλίου 1992 η Τζένη Καρέζη, στις 26 Ιουλίου 1996 η Αλίκη Βουγιουκλάκη και στις 29 Ιουλίου 2004 η Ρένα Βλαχοπούλου.

Ο τρεις τους δεν είναι βέβαια, όπως είπαν χτες και οι δυο παραγωγοί, οι μόνες απούσες του Ιουλίου: ο μήνας αυτός φαίνεται ότι προτιμά (ή τον προτιμούν;) οι κυρίες του θεάτρου για την τελευταία τους αυλαία. Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό η Μαίρη Αρώνη και η Μαρίκα Νέζερ. Ωστόσο, πέρα από τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός/της καθεμιάς, οι τρεις αυτές γυναίκες αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις, γιατί παράλληλα με τη μακρόχρονη θεατρική τους πορεία έγιναν και λαϊκά είδωλα μέσα από τον κινηματογράφο και η απήχησή τους συνεχίζεται χάρη στην προβολή της κινηματογραφικής τους εργασίας από την τηλεόραση αλλά--πλέον--και από το διαδίκτυο.

Ωστόσο, καθώς άκουγα χτες την εκπομπή, αναλογιζόμουν ότι φέτος μεγάλη απούσα του φετινού Ιουλίου είναι η ΕΡΤ, η δημόσια ραδιοφωνία--αλήθεια, γιατί ακούγεται όλο και πιο σπάνια στις σχετικές συζητήσεις η ραδιοφωνία;--και τηλεόραση. Η ΕΡΤ που ανέκαθεν μας είχε καλομάθει με εκπομπές για τον πολιτισμό, με την προβολή τεχνών και καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων που άλλα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα δεν θέλουν ή δεν μπορούν να προβάλουν (γιατί, κακά τα ψέματα, η ΕΡΤ είχε και ανθρώπους με τις κατάλληλες γνώσεις στα σχετικά πόστα) και βέβαια με αφιερώματα σαν το χθεσινοβραδινό: γιατί σε ποιον άλλον ραδιοφωνικό σταθμό θα μπορούσαμε να ακούσουμε σπάνιες ηχογραφήσεις από θεατρικές παραστάσεις (όπως από τοΚοροϊδάκι της δεσποινίδος με την Καρέζη, τον Ηλιόπουλο και τον Παπαγιαννόπουλο), ραδιοφωνικές διασκευές μυθιστορημάτων (όπως το Τρίτο στεφάνι με τη Ρένα Βλαχοπούλου) και τραγούδια που δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ (όπως το "Καπηλειό" ή το "'Ελα πάρε μου τη λύπη" με τη Ρένα Βλαχοπούλου); Βρείτε μου έναν ραδιοσταθμό που παραγωγός του θα μπορούσε να μεταδώσει ένα τραγούδι του 1908 σε σπάνια ηχογράφηση του 1955 ("Τα καπέλα" από τα Παναθήναια 1908 με τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Γιώργο Γαβριηλίδη και τη Σωτηρία Ιατρίδου ακούστηκαν στο χθεσινό αφιέρωμα των Αϊβαλή-Πρίντεζη).


Σε σημερινό άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ο Γιάννης Λεοντάρης γράφει:
η έννοια του δημόσιου εμπεριέχει την έννοια της κοινότητας ή μάλλον των πολλών, ιδιαίτερων και ετερόκλιτων κοινοτήτων που απαρτίζουν το δήμο. Η κοινότητα των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, για παράδειγμα, μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ έχει στερηθεί το δικαίωμα να ακούει μουσική του '50 και του '60 από το δημόσιο ραδιόφωνο. Μια άλλη κοινότητα, αυτή των θεατρόφιλων, δεν έχει πλέον καμία ενημέρωση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο για όσα σημαντικά συμβαίνουν στο Φεστιβάλ Αθηνών, κάτι για το οποίο την ίδια στιγμή ενημερώνεται ο Γάλλος πολίτης. Και ούτω καθ' εξής, για διάφορες άλλες κοινότητες πολιτών.
(Και προφανώς δεν είναι μόνο η κοινότητα των ατόμων τρίτης ηλικίας που δεν απολαμβάνει εδώ και 35 μέρες το τραγούδι του '50 και του '60, αλλά και του '30 και του 40!!!...). Όλοι/ες εμείς που ανήκουμε σε αυτές τις μικρές(;) κοινότητες ας συνεχίσουμε να δηλώνουμε με κάθε ευκαιρία πως το δημόσιο ραδιόφωνο και η δημόσια τηλεόραση μας λείπουν. Η απουσία τους (αδικαιολόγητη και δεν ευθύνονται γι' αυτό οι απόντες/απούσεις όπως συμβαίνει συνήθως στο σχολείο!) είναι αισθητή και είναι καιρός πια να επιστρέψουν στις συχνότητές τους. Για το καλό όλων μας.

(Το διαδικτυακό ραδιοφωνικό πρόγραμμα της ΕΡΤ μπορείτε να το ακούτε από εδώ: http://ert-live.tv:8000/era.mp3)

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Πώς είναι δυνατόν να έχει κλείσει η ΕΡΤ;

Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε (για μένα τουλάχιστον που δεν παρακολουθούσα την επικαιρότητα των τελευταίων ημερών) η είδηση για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση θα πάψει να υπάρχει, έστω κι αν ακούω ότι αυτό θα συμβεί για τρεις μήνες μόνον. Η ΕΡΤ, μια τεράστια δεξαμενή για την ψυχαγωγία μας, τη μόρφωσή μας και την ενημέρωσή μας κλείνει, λένε, για να αλλάξει. 
Δεν ξέρω αν πρέπει να κλείσει και να απολυθούν μέσα σε λίγες ώρες 2.656 άτομα για να "βγουν οι αριθμοί"... Ξέρω όμως πως δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπορεί να σταματήσει να εκπέμπει η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση έστω και για μέρα. Ξέρω ότι πρόκειται για τον μόνο φορέα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ που τιμάει την ιστορία μας με ειδικές εκπομπές, αφιερώματα, συζητήσεις (θυμάμαι την εξαιρετική ζώνη "Η δεκαετία του '40" τον περασμένο Οκτώβρη στην ΕΤ1). Ξέρω ότι έχει στο δυναμικό της ανθρώπους με σπάνια γνώση της μουσικής, του θεάτρου, του πολιτισμού (πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό τα ονόματα του Γιώργου Παπαστεφάνου, του Γιάννη Πετρίδη, του Γιώργου Τσάμπρα, του Σιδερή Πρίντεζη, του Λευτέρη Κογκαλίδη, του Νίκου Αϊβαλή, της Μαρίνας Λαχανά...). Ξέρω ότι οι άνθρωποί της ήταν οι μόνοι που τίμησαν ουσιαστικά, με μεράκι και επίπονη έρευνα στο αρχείο της, τις απώλειες καλλιτέχιδων/ών όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, η Νινή Ζαχά, ο Φώτης Πολυμέρης, ο Ζωρζ Μουστακί (για να σταθώ μόνο σε κάποιες πρόσφατες απώλειες). Ξέρω ότι τα κανάλια της ήταν τα μόνα που ενδιαφέρθηκαν να δώσουν τον λόγο στον Διονύση Σαββόπουλο και τον Λόλεκ (και πάλι πρόσφατα παραδείγματα), καθώς και τα μόνα που προβάλλουν (έστω και σε επανάληψη κάποιες φορές) εκπομπές όπως το Μονόγραμμα και το Παρασκήνιο ή παιδικές εκπομπές με ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε μέρα (και όχι μόνο πολεμικά καρτούν τα σαββατοκύριακα) ή αφιερώματα σε έλληνες κωμικούς που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας (και σύντομα θα προβαλλόταν και το αφιέρωμα της σειράς Τα αστέρια λάμπουν για πάντα στη Ρένα Βλαχοπούλου). 

Δεν ξέρω τι είδους νέος οργανισμός (που θα είναι δημόσιος, αλλά όχι κρατικός) σχεδιάζεται τώρα, αλλά ήδη αγωνιώ για την τύχη του ανεκτίμητου θησαυρού που ονομάζεται "Αρχείο της ΕΡΤ" στο οποίο δεν έχω πρόσβαση από χτες, ήδη στεναχωριέμαι που θα μου λείψει η δυνατότητα να ακούω ελαφρό τραγούδι ή κλασική μουσική ή θεατρικά έργα ή εκπομπές λόγου, πράγματα δηλαδή που οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν ενδιαφέρονται να διαφυλάξουν ή να μεταδώσουν. Για τρεις μήνες, θα μου πείτε. Ποιος/α μας εγγυάται όμως ότι ο νέος φορέας που θα προκύψει θα νοιαστεί για όλα αυτά που δεν αποτελούν "οικονομικά συμφέρουσες" επιλογές των ιδιωτικών σταθμών;

Δεν αρνούμαι ότι η ΕΡΤ χρειάζεται να εξυγιανθεί, ότι απασχολεί και άτομα που ενδεχομένως δεν αξίζουν τον μισθό που παίρνουν, ότι μπορεί να της προσάψει κανείς έλλειψη αντικειμενικότητας/διαφάνειας σε κάποιες περιπτώσεις προσλήψεων και ενίοτε έλλειψη ευελιξίας/αντικειμενικότητας στην ενημέρωση. Είναι όμως λύση η μαύρη οθόνη, η σιωπή και τα απαξιωτικά σχόλια για το σύνολο των εργαζομένων;

Δεν ξέρω, ίσως να υπερισχύει μέσα μου η συγκίνηση του Rena Fan που χάρη στην ΕΡΤ είχε την τύχη να ακούσει σπάνιες ηχογραφήσεις της Ρένας Βλαχοπούλου (από το "Καλημέρα ζωή" μέχρι το Τρίτο Στεφάνι). Ίσως να υπερισχύει η ευγνωμοσύνη που αισθάνεται το παιδί της επαρχίας του '80 και του '90 που είχε τη δυνατότητα να ακούει μόνον κρατικό ραδιόφωνο κι έτσι ρουφούσε ουσιαστικές γνώσεις και εμπειρίες πολιτισμού που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά και του έδωσαν ουσιαστικά στηρίγματα για τη μετέπειτα ζωή του. Ίσως να υπερισχύει ο φόβος που κάτι τόσο μεγάλο με τόσο σημαντικές συνέπειες για ανθρώπους και θεσμούς συνέβη μέσα σε ελάχιστες ώρες. Ίσως να υπερισχύει η θλίψη για τόσους ανθρώπους που μέσα σε λίγες ώρες βίωσαν μιαν απίστευτη ανατροπή χάνοντας τη δουλειά τους, και που θα μπορούσαμε να βρεθούμε όλοι/ες στη θέση τους.

Σε αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους στέλνω τη συμπαράστασή μου.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

Απόψε ήρθα για να πιω... θα πάρω λεωφορείο!

Διπλή (τουλάχιστον!) γιορτή σήμερα. Πάσχα αλλά και της Αγίας Ειρήνης. Θυμόμαστε σήμερα τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Ρηνούλα της καρδιάς μας μέσα από μια στάση λεωφορείου στη Θεσσαλονίκη. Η Ομάδα Εθελοντών "Θεσσαλονίκη 2012" ανέλαβε πριν από έναν μήνα να αλλάξει τη μορφή μιας στάσης του ΟΑΣΘ περνώντας ταυτόχρονα ένα κοινωνικό μήνυμα που είναι ιδιαίτερα επίκαιρο αυτές τις εορταστικές μέρες. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε δύο αγαπητές μορφές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Κώστα Βουτσά για να θυμίσει στους/ις Θεσσαλονικιούς/ές να μην οδηγούν όταν έχουν πιει αλλά και να παίρνουν το ποδήλατό τους αντί για το αυτοκίνητό τους.

Έτσι η Ρένα Βλαχοπούλου επιστρέφει μέσα από το Ραντεβού στον αέρα για να τραγουδήσει "Απόψε ήρθα για να πιω... θα πάρω λεωφορείο!" ενώ ο Κώστας Βουτσάς μας λέει πως αντί για το κότερο που είχε στα Κορίτσια για φίλημα, έχει... ποδήλατο: "πάμε μια βόλτα";

Όλα αυτά στα στέγαστρα της στάσης "Πλατεία Αριστοτέλους" στην οδό Μητροπόλεως, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Η διακόσμηση της στάσης έγινε πριν από 40 περίπου μέρες, στις 24 Μαρτίου, τελευταία μέρα του 15ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η κίνηση αυτή είχε ξεκινήσει ενάμιση μήνα νωρίτερα όταν η ατάκα του Κώστα Βουτσά προστέθηκε στη στάση "Φάληρο". Λίγες μέρες αργότερα η ομάδα ανέλαβε να διακοσμήσει άλλη μια στάση της οδού Μητροπόλεως, αυτή της Μητρόπολης, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά τη μορφή του Γιάννη Βογιατζή και τη θρυλική ατάκα του "Αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις": στη στάση μπορεί να διαβάσει κανείς: "Αυτή, μέχρι και ποδήλατο θα σε βάλει να αγοράσεις!"


Με την ευκαιρία να πω ότι χρωστώ έναν αφιέρωμα στον υπέροχο Κύριο Γιάννη Βογιατζή τον οποίο απόλαυσα πριν από μια βδομάδα στην τελευταία παράσταση της Γκόλφως στο Εθνικό Θέατρο. Μια εξαιρετική παράσταση, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, με συγκλονιστικές ερμηνείες από εκλεκτούς/ές ηθοποιούς και με τον κύριο Βογιατζή να λάμπει και να μας χαρίζει, το ταλέντο του, την ευγένειά του και το κύρος του.


Ας επανέλθουμε όμως στη δουλειά της ομάδας "Θεσσαλονίκη 2012", μιας ομάδας που δημιουργήθηκε με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης με σκοπό τη να προβάλει διεθνώς τις δραστηριότητες της πόλης σε όλα τα επίπεδα μέσα από διάφορες δράσεις και πρωτοβουλίες. Μπορείτε να βρείτε πληροφορίες στη σελίδα της ομάδας στο Facebook (www.facebook.com/thessaloniki2012) αλλά και στην ιστοσελίδα www.thessaloniki2012.gr. Από τη σελίδα του Facebook πήρα τις φωτογραφίες της ανάρτησης αυτής. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω τα ονόματα των παιδιών που δούλεψαν για το ωραίο αυτό αποτέλεσμα (εκτός από τα ονόματα της Μελίνας και της Νικολέτας), τους συγχαίρω όμως και τους ευχαριστώ που ομορφαίνουν με αυτόν τον τρόπο κάποια σημεία της αγαπημένης μου πόλης.


Βγείτε λοιπόν απόψε να γλεντήσετε, να πιείτε λίγο παραπάνω (όπως θα έκανε και η Ρένα άλλωστε!), αλλά μην οδηγήσετε. Χρόνια πολλά σε όλες και όλους, ιδιαίτερα σε όσους/ες γιορτάζουν σήμερα και βεβαίως στις Ειρήνες, τις Ρηνούλες, τις Ρένες... Και ξαναφέρνω μπροστά σας τη μορφή της, τη φωνή της και το ανεπανάληπτο κωμικό ταλέντο της μέσα από τη σκηνή που ενέπνευσε το κοινωνικό μήνυμα της ομάδας "Θεσσαλονίκη 2012". 



Χρόνια πολλά και καλά!

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Ανδρέας Ντούζος

Το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας, 28 Απριλίου, πέθανε ο Ανδρέας Ντούζος. Ο γοητευτικός ζεν πρεμιέ των παλιών ελληνικών ταινιών ταλαιπωρούνταν τα τελευταία χρόνια από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1936 στην Αθήνα, ο Ανδρέας Ντούζος σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Τάκη Μουζενίδη. Ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο στη δεκαετία του ΄50, παίζοντας πλάι στην Έλλη Λαμπέτη, τον Δημήτρη Χορν, τον Γιώργο Παππά, τον Μάνο Κατράκη, τον Νίκο Χατζίσκο ενώ αργότερα εντάχθηκε στο "Πειραϊκό Θέατρο" του Δημήτρη Ροντήρη. Παράλληλα πραγματοποιεί τις πρώτες του εμφανίσεις στον κινηματογράφο παίζοντας μικρά ρολάκια σε ταινίες όπως Οι κολασμένοι, Το κορίτσι της γειτονιάς και η Μαγική Πόλις. 

Φαίνεται όμως πως τη μεγάλη ώθηση στην καριέρα του τού δίνει ο Αλέκος Σακελλάριος που τον αξιοποιεί σε ρόλους ζεν πρεμιέ στις ταινίες Αλίμονο στους νέους και Όταν λείπει η γάτα (όπου συναντιέται για πρώτη φορά και με τη Ρένα Βλαχοπούλου). Οι ταινίες αυτές που αναδεικνύουν το φυσικό του παίξιμο, όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης σε πρόσφατο σημείωμά του, αποτελούν το διαβατήριό του για τη Φίνος Φιλμ. Είναι ένας από τους ιδανικούς παρτενέρ της Ζωής Λάσκαρη (Κορίτσια για φίλημα, Ιστορία μιας ζωής) και στέκεται εξίσου καλά σε κωμωδίες και δραματικά έργα τόσο εντός Φίνου (Υπάρχει και φιλότιμο, Φωνάζει ο κλέφτης, Η βίλλα των οργίων, Οι εχθροί) όσο και εκτός (Ο άσωτος, Φουσκοθαλασσιές, Σαπίλα και αριστοκρατίαΚαρδιά μου πάψε να πονάς). Παράλληλα συνεχίζει τη θεατρική του σταδιοδρομία: εμφανίζεται στην Όμορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη (θέατρο Παρκ, καλοκαίρι 1962) και συνεργάζεται με τον Κώστα Μουσούρη (Άνθρωπος για όλες τις εποχές, χειμώνας 1963-64), το ζεύγος Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ (Κολόμπ, Πειρασμός, χειμώνας 1964-65) και άλλους/ες. 


Στο απόγειο της καριέρας του (1967) αποφασίζει να φύγει για τις Η.Π.Α. όπου σπουδάζει υποκριτική και σκηνοθεσία. Επιστρέφει στην Ελλάδα μισο-ξεχασμένος το 1980 (ας μην ξεχνούμε ότι ακόμα δεν έχει αρχίσει η υπερ-προβολή των ελληνικών ταινιών από τους τηλεοπτικούς σταθμούς) και συνεχίζει τη θεατρική του σταδιοδρομία, σε θιάσους εμπορικής κωμωδίας: συνεργάζεται με τη Μαίρη Χρονοπούλου ("Παίζουν το τραγούδι μας", 1981), τη Χριστίνα Σύλβα και δραστηριοποιείται και στον χώρο των θεατρικών επιχειρήσεων εκμεταλλευόμενος το θέατρο "Σούπερ Σταρ". 

Από θεατρική συνεργασία του Ανδρέα Ντούζου με τη Χριστίνα Σύλβα, 
τον Νίκο Απέργη, την Καίτη Φίνου και τα παιδιά του Στηβ και Τέτα.
(φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Χατζηδάκη)

Ο Γιάννης Δαλιανίδης αναλαμβάνει να του δώσει νέα ώθηση σε αυτή τη δεύτερη καριέρα του μέσα από τα πολύ επιτυχημένα Καθημερινά της ΕΡΤ (είναι ο κύριος Γουναρόπουλος, το αφεντικό του Γιώργου Κωνσταντίνου), ενώ θα πάρει μέρος και σε κάποιες βιντεοταινίες. Στα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης η μορφή του θα είναι πλέον συνεχώς στις οθόνες μας μέσα από τις απανωτές προβολές των παλιών ταινιών του, ο ίδιος ωστόσο θα σταθεί διακριτικά απέναντι σε αυτή την επιτυχία, χωρίς να προσπαθήσει, όπως επισημαίνει ο Π. Τιμογιαννάκης, να εκμεταλλευτεί την καινούρια αυτή δημοσιότητα με συνεντεύξεις ή υπερφίαλες δηλώσεις για την παλιά του καριέρα. Θα πραγματοποιήσει κάποιες εμφανίσεις ως γκεστ σταρ σε τηλεοπτικά σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης (π.χ. Κωνσταντίνου και Ελένης, 1998) ενώ ως τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση καταγράφεται η ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου Μια μέρα τη νύχτα (2001).



Τα παιδιά του Ανδρέα Ντούζου, ο Στηβ Ντούζος και η Τέτα Ντούζου ακολούθησαν τα χνάρια του πατέρα τους στην υποκριτική αφήνοντας το δικό τους στίγμα--συχνά σε καλτ στιγμές--στον κινηματογράφο και το βίντεο της δεκαετίας του '80. (Αξίζει επίσης να υπενθυμίσω ότι η Τέτα Ντούζου πραγματοποίησε μια από τις τελευταίες, μέχρι σήμερα, εμφανίσεις της στο πλευρό της Ρένας Βλαχοπούλου, στο πρώτο μισό της σειράς Μάλιστα Κύριε του ΑΝΤ1, 1991-92).

Ρένα Βλαχοπούλου-Τέτα Ντούζου στο Μάλιστα Κύριε (1991)

Τέσσερις είναι η οι συνεργασίες της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Ανδρέα Ντούζο. Αρχικά στο Όταν λείπει η γάτα του Αλέκου Σακελλάριου (1962) εκείνος είναι ο επιχειρηματίας Άγγελος Φλωράς που παίρνει τη θέση του τραγουδιστή Τέλη Στεφανή (Γιάννης Βογιατζής) για να γοητεύσει την οικογένεια Ζέμπερη--στην πραγματικότητα πρόκειται για το υπηρετικό προσωπικό της οικογένειας (Αυλωνίτης, Βλαχοπούλου, Μπέμπη Κούλα)--και "συνοδεύει" μαζί με τους υπόλοιπους μουσικούς τη Ρένα στο "Ας πάει και το παλιάμπελο" του Γιώργου Μουζάκη.

Ντούζος, Αυλωνίτης, Βλαχοπούλου, Μπ. Κούλα (Ν. Λινάρδου) στο Όταν λείπει η γάτα

Τη σεζόν 1964-65 ο Ανδρέας Ντούζος είναι ο κύριος Ανδρέας Ράμογλου, ο... αληθινός κύριος Ράμογλου, ο πραγματικός ιδιοκτήτης του κότερου, το οποίο τόσο γενναιόδωρα παραχώρησε στον φίλο του Κώστα Βουτσά μαζί με το όνομά του--στα Κορίτσια για φίλημα του Γιάννη Δαλιανίδη--και πολιορκεί την ανηψιά της Ρένας, την Τζένη (Ζωή Λάσκαρη). 

Κορίτσια για φίλημα: οι συστάσεις! Ντούζος, Λάσκαρη, Βλαχοπούλου, Βογιατζής, Βουτσάς, Τζανετάκος
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας)

Την ίδια σεζόν Βλαχοπούλου και Ντούζος συναντιούνται ως αδέλφια στο Φωνάζει ο κλέφτης: Η Λία Καραλέοντος καλύπτει τις οικονομικές ατασθαλίες του αδελφού της Αντώνη Παπαδόπουλου, ο οποίος καταχράται διάφορα ποσά στον οργανισμό που διευθύνει ο σύζυγός της Σόλων Καραλέων (ο απολαυστικός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) μέχρις ότου να αποκαλύψει την απάτη ο Τιμολέων Λάμπρου (ο εξίσου απολαυστικός Ντίνος Ηλιόπουλος).

"Δυο αδελφάκια είμαστε" θα μπορούσαν να τραγουδούν οι Βλαχοπούλου-Ντούζος υπό το βλέμμα της Νινής Τζάνετ 
σε αυτό το στιγμιότυπο από το Φωνάζει ο κλέφτης
(φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας)

Τέλος, την επόμενη σεζόν, 1965-66, οι δυο ηθοποιοί γίνονται... αδέλφια εξ αγχιστείας στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη Ραντεβού στον αέρα, όταν ο Ανδρέας Ντούζος υποδύεται τον γιο εφοπλιστή αλλά και σμηνίτη Δημήτρη Νικολάου που ερωτεύεται τη Μαίρη (Ελένη Προκοπίου), την αδελφή της Τζένης Σταθάτου (Ρένας Βλαχοπούλου).

"Χαίρομαι πάρα πολύ, κύριε Δημήτρη Νικολάου" λέει με έμφαση η Ρένα στον Ανδρέα Ντούζο 
(υπό το βλέμμα της Ελένης Προκοπίου) λίγο πριν του ομολογήσει ότι στην οικογένειά της έχουν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά: "μύδια, στρείδια, καπεταναίους..." (Ραντεβού στον αέρα)

Το παλιό ελληνικό σινεμά θα κρατήσει για πάντα ζωντανή την εικόνα του γοητευτικού ζεν πρεμιέ Ανδρέα Ντούζου. Καλό του ταξίδι.